ar: Arabic · bg: Bulgarian · cs: Czech · da:Danish · de: German · el: Greek · en: English · es: Spanish · et : Estonian · fa: Persian · fi: Suomi · fr: French · he: Hebrew · hi: Hindi · hr: Croatian · hu: Hungarian · id: Indonesian · is: Icelandic · it: Italian · ja: Japanese · ko: Korean · lt: Lithuanian · lv: Latvian · nl: Dutch · no: Norwegian · pl: Polish · pt: Portuguese · ro: Romanian · ru: Russian · sk: Slovak · sl: Slovenian · sr: Serbian · sv: Swedish · th: Thai · tr: Turkish · vi: Vietnamese · zh: Chinese
... ΤΡΕΠΤ ... (23 elements)el (23) : ΑΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟ · ΑΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟΣ · ΑΝΑΣΤΡΕΠΤΟ · ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΟΣ · ΑΠΟΤΡΕΠΤΟΣ · ΕΠΙΣΤΡΕΠΤΟΣ · ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟ · ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟΣ · ΣΤΡΕΠΤΟΚΟΚΚΟΣ · ΣΤΡΕΠΤΟΜΥΚΙΝΗ | |
ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΟΣ · ΘΡΕΠΤΙΚΗ · ΘΡΕΠΤΙΚΟ · ΘΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΣ · ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ · ΚΑΘΡΕΠΤΗ · ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ · ΚΑΘΡΕΠΤΙΖΩ · ΣΤΡΕΠΤΟΜΥΚΙΝΗ ΑΝΑΣΤΡΕΠΤΟ · ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΟΣ · ΑΠΟΤΡΕΠΤΟΣ · ΕΠΙΣΤΡΕΠΤΟΣ · ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ · ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ · ΕΥΤΡΕΠΙΣΜΟΣ · ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ · ΣΤΡΕΠΤΟΚΟΚΚΟΣ · ΣΤΡΕΠΤΟΜΥΚΙΝΗ | |
ΑΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟ · ΑΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟΣ · ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟ · ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟΣ ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΟΣ · ΕΠΙΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΕΠΙΤΡΕΠΤΟ · ΕΠΙΤΡΕΠΤΟΣ · ΕΠΙΤΡΕΠΤΩΣ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ · ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΑΠΟΤΡΕΠΤΟΣ ΑΝΑΣΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΑΝΑΣΤΡΕΠΤΟ · ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΗ · ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΟΣ · ΕΠΙΣΤΡΕΠΤΟΣ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΗ · ΣΤΡΕΠΤΗΡΑΣ ΑΝΑΣΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΕΠΙΤΡΕΠΤΙΚΟΣ · ΚΑΤΑΣΤΡΕΠΤΙΚΟΣ ΑΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟ · ΑΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟΣ · ΑΝΑΣΤΡΕΠΤΟ · ΑΝΤΙΣΤΡΕΠΤΟΣ · ΑΠΟΤΡΕΠΤΟΣ ΕΠΙΤΡΕΠΤΩΣ |